To ραντεβού μας το είχε κανονίσει η Η. Φίλος της εκείνος, καλύτερος φίλος της εγώ, είπε να κάνει το καλό. Ούτως ή άλλως, πάντα πίστευε πως τα προξενιά ήταν το δυνατό της σημείο.

Μέχρι τότε είχα μιλήσει μετον Άλεξ μερικές φορές στο τηλέφωνο και μου είχε στείλει και δυο κάρτες - στις οποίες είχε υπογράψει ως
"ο γιος του ανέμου" (αυτό μάλλον είναι εναντίον μου).

Συναντηθήκαμε ένα Μαρτιάτικο βράδυ στη Σαλονίκη, ανήμερα των Όσκαρ. Με περίμενε στο δρόμο δίπλα σε ένα κάδο απορριμάτων. Όταν αντιλήφθηκα πως δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τον κάδο από τον "κουβά", κατάλαβα πως ήταν αργά για να χτυπήσω το κεφάλι μου στο τοίχο.

Ήταν πιο ψηλός από εμένα, πολύ αδύνατος και με την κατατονία ζωγραφισμένη στο μαυριδερό -από σολάριουμ- πρόσωπο του. Όταν βγήκα από το ταξί, άπλωσε το χέρι του με τέτοιο υποτονικό τρόπο που ασυναίσθητα αντί να το σφίξω το φίλησα.

Το χειρότερο είναι πως αντί να μου πει "Τι κάνεις ρε μαλάκα!" χαχάνισε δήθεν ντροπαλά.

Του είπα πως τελικά θα έμενα σε ξενοδοχείο για να μην τον ταλαιπωρώ αλλά, εκείνος ήταν ανένδοτος. Και πήγαμε σπίτι του.
Το σπίτι του έμοιαζε με θεματικό πάρκο. Το θέμα ήταν "Frozen: Μην ανάψεις τη θερμάστρα".

Αφού έριξα πάνω μου ένα πόντσο και ήπια λίγη βότκα από το φλασκί μου καθήσαμε να τα πούμε. Ο Αλεξ. είχε βάλει ένα cd με εύθυμα και πολύ αισιόδοξα τραγούδια. Ενδεικτικά θυμάμαι το "Πάλι άσκοπο ξενύχτι/ σφίγγει πιο πολύ το δίχτυ" της ΓΚανελλίδου,

το "Για σενανε μπορώ γυμνή να βγω στο δρόμο" της μεγάλης κυρίας

κι εκείνο που λέει κι αν με σαπακιάζει στο ξύλο και με βγάζει στο πεζοδρόμιο "τον αγαπώ και είναι δικός μου/ γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπος μου" της άλλης μεγάλης κυρίας (του Β' Παγκοσμίου).

Αφού μου μίλησε για όλες τις μεγάλες κυρίες με σεβασμό και δέος άρχισα να χασμουριέμαι και η βραδυά τερμάτισε με το δραματικό: "So long, farewell, auf wiedersehn, goodbye".

Την επόμενη μέρα αποφάσισα πως δεν ήταν δυνατό να είχα πέσει τόσο έξω στην εκτίμηση μου και, δεν γινόταν να με μισούσε τόσο πολύ η φίλη μου. Είπαμε να βγούμε μια βόλτα να περπατήσουμε. Ήταν 11 το πρωί.Μέχρι τις 8 το βράδυ περπατούσαμε με γρήγορο βήμα.

Καθίσαμε να ρημαδοπιούμε μια μπύρα. Όλο το πρωινό που περπατάγαμε -και κοντέψαμε να φτάσουμε στα σύνορα- τα μόνα θέματα που καταφέραμε να κουβεντιάσουμε ήταν η μοναξιά, το κενό, ο θάνατος και κάτι λιμάνια. Κουλεμανσόν σανσόν δηλαδή.
Και ήταν και τυχερός γιατί κάτι Κούντερες, Ντουόρκιν,Πλάθ κλπ κλπ τα είχα πρόσφατα και είχαμε και κάτι να πούμε. Σκέψου να τον συναντούσα τώρα που τα ενδιαφέροντα μου κινούνται σε άλλες σφαίρες.

Καθίσαμε λοιπόν να πιούμε κάτι. Παίρνω μια μπύρα εγώ, παίρνει ένα μπέηλις η Κική Δημουλά, ήρθε και ο αρραβωνιαστικός της φίλης μου και κάναμε όλοι τους ανύποπτους. Ο Άλεξ κάποια στιγμή έτρωγε φυστίκια και κοίταζε μαγνητισμένος το ποτήρι του. Και αναφώνησε με ένα γλυκό αναστεναγμό:"Αχ, και να 'μουν φυστίκι να πέσω να πνιγώ μες το ποτό μου".

Όπως καταλαβαίνετε, η βραδιά τελείωσε όπως το πρώτο "Dream Show": με συνοπτικές διαδικασίες. Πήγαμε σπίτι και ξάπλωσα ΑΜΕΣΩΣ.
Ο Αλεξ. ήρθε στο κρεβάτι μου και μου χαίδευε το κεφάλι. Εκείνος να θέλει αν μου πει παραμύθι, εγώ να θέλω να τον δαγκώσω.

Υποκρίθηκα ροχαλητό -το βαρύ με τα κρεατάκια- και μετά από λίγο αποχώρησε.

Το πρωί σηκώθηκα 20 λεπτά πριν από την ώρα που έπρεπε να φύγω. Ο Άλεξ. ήταν στο μπαλκόνι με ένα καυτό μίνι μπουρνούζι και χιλιάδες μανταλάκια αγκαλιά...

κι απλώνε κάτι σωβρακοκυλόττες του.

Απ' ότι μου είπε η γειτονιά τον έβλεπε συχνά έτσι.

Εγώ δεν τον ξαναείδα ποτέ. Την τελευταία φορά που άκουσα νέα του, δούλευε στο λιμάνι της Πάτρας.